«Η Μαρία Νεφέλη λέει:
η αλήθεια – έτσι δε λένε; – είναι οδυνηρή
κι έχει ανάγκη, να ξέρεις, απ’ το αίμα σου
έχει ανάγκη απ’ τις λαβωματιές σου»
Οδυσσέας Ελύτης

Καλοκαίρι. Για τους περισσότερους εμπεριέχει την ευκαιρία για μια διακοπή από την ξέφρενη καθημερινότητα και για τη ζωογόνο επαφή με το ιώδιο που καθαρίζει τις πληγές, με το αλάτι που καυτηριάζει και συντηρεί τα πάντα, με το νερό που μας επιστρέφει σε εμβρυακές καταστάσεις και μας αναγεννά.
Για τα παιδιά το καλοκαίρι απλά δε φτάνει! Πάντα είναι λίγο. Πάντα αφήνει κάτι που δεν προλαβαίνουν να χορτάσουν: το ελεύθερο παιχνίδι, το παγωτό, τις βουτιές.
Για κάποιους άλλους το καλοκαίρι είναι η εποχή του δρόμου… Θίασοι σε περιοδεία γυρνούν όλη την Ελλάδα και μοιράζονται ήχους, λέξεις και συναισθήματα σε θέατρα, πλατείες, αυλές.
Ανάμεσά τους περιοδεύει κι η οικογένεια του Καραγκιόζη.
Οι φιγούρες μαζεύονται, τα σκηνικά διπλώνονται, τα εργαλεία για κάθε απρόοπτο μπαίνουν στο όχημα μεταφοράς.
Παλιοί καραγκιοζοπαίκτες μετακινούνταν στις παραστάσεις τους ακόμα και με ταξί (!) όταν δεν είχαν ιδιόκτητο όχημα. Τόσος ήταν ο πόθος τους, το πάθος τους να παίξουν, να συνομιλήσει ο Καραγκιόζης με το κοινό. Σήμερα μπορεί τα μέσα μεταφοράς να έχουν εξελιχθεί για τους περισσότερους αλλά το πάθος παραμένει!
Η οικογένεια του Καραγκιόζη – οι άνθρωποι που τον έχουν βάλει στο σπίτι τους, στη ζωή τους, στο νου τους κάθε μέρα και λεπτό – το καλοκαίρι περιοδεύει στην Ελλάδα.
Οι καραγκιοζοπαίκτες και οι βοηθοί στήνουν και ξεστήνουν το λευκό σεντονάκι, ζωντανεύουν τους ήρωες και τους ακουμπούν στην «κουπαστή», ανάβουν και σβήνουν τα φώτα του μπερντέ.
Και στο ενδιάμεσο; Η μαγεία των σκιών, του αθυρόστομου ήρωα και της παρέας του, των ξυπόλητων κολλητηριών, ταξιδεύει τους πάντες, παιδιά, γονείς, παππούδες, ξένους επισκέπτες, στη ζωντανή ιστορία της Ελλάδας, στη ζωντανή τέχνη του θεάτρου σκιών.
Στο τέλος της κάθε παράστασης οι μάστορες της τέχνης μαζεύουν την αλήθεια τους, μαζί με τις λαβωματιές και τα κουράγια τους, και συνεχίζουν.
Ξέρουν πως κάποτε το καλοκαίρι θα τελειώσει. Κι αυτοί, σαν παιδιά, δε θα χορτάσουν τις υπαίθριες παραστάσεις, κάτω απ’ το φως του φεγγαριού, δίπλα στο κύμα της θάλασσας, υπό τον ήχο των τριζονιών.
Ξέρουν πως πάλι θα έρθει ο χειμώνας και θα είναι πιο δύσκολη η επαφή, χωρίς τις μυρωδιές, τις εικόνες και τους ήχους του καλοκαιριού.
Ελπίζουν ότι οι οικογενειακοί δεσμοί, που συσφίγγονται το καλοκαίρι πιο ελεύθερα, δε θα ξεχαστούν, δε θα σβήσουν μόλις ανάψουν οι κάθε είδους οθόνες.
Ξέρουν πως, αν η πολιτεία θέλει, η οικογένεια του Καραγκιόζη, η δική μας οικογένεια, μπορεί να φέρει στον καθένα την ελπίδα και το γέλιο κάθε εποχή.
Και φυσικά δουλεύουν γι’ αυτό, χειμώνα-καλοκαίρι, όχι μόνο με παραστάσεις αλλά και με κάθε είδους δημιουργική και επική εργασία γύρω από το θέατρο σκιών.
Σαν άλλοι ποιητές ξέρουν να προσκαλούν αλλά και να προκαλούν το κοινό, το παιδί μέσα μας, τη σάτιρα. Κι ο Καραγκιόζης μας νιώθει στο αίμα του τα λόγια του ποιητή:
«…πρέπει να κρατήσουμε την επαφή.
Μη μου γελάτε την τόση αδεξιότητα κι είναι το ξέρετ’ ενάντιος ο καιρός» (Ο.Ε.).
Νατάσα Μιχαηλίδου, αρχαιολόγος-μουσειολόγος-ξεναγός